Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η βρύση της ποίησης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η βρύση της ποίησης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013



Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια - Μυθιστόρημα Γ' - Γ. Σεφέρης  





Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα
χέρια
που εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω
πού να 
τ' ακουμπήσω.
Έπεφτε το όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ
δύσκολο να 
ξαναχωρίσει

Κοιτάζω τα μάτια. Μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά
μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει
κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα
Δεν έχω άλλη δύναμη

τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν
ακρωτηριασμένα.


Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική - Άξιον Εστί - Ο. Ελύτης  


Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου... 

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου...

Εκεί σπάροι και πέρκες
ανεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια
όσα είδα στα σπλάχνα μου ν' ανάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες

με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων

όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα μαύρα ρίγη

Εκεί ρόδια, κυδώνια
θεοί μελαχροινοί, θείοι και εξάδελφοι
το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια.
Και πνοές από τη ρεμματιά ευωδιάζοντας
λυγαριά και σχίνο

σπάρτο και πιπερόριζα

με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων

ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα- πρώτα Δόξα Σοι...

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα- πρώτα Δόξα Σοι!...


Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013




ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΑΝΟΙΓΩ ΤΟ ΒΡΑΔΥ - ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

 Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
 Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Μίκης Θεοδωράκης

 Την πόρτα ανοίγω το βράδυ,
 τη λάμπα κρατώ ψηλά,
 να δούνε της γης οι θλιμμένοι,
να 'ρθούνε, να βρουν συντροφιά.

 Να βρούνε στρωμένο τραπέζι,
 σταμνί για να πιει ο καημός
κι ανάμεσά μας θα στέκει
ο πόνος, του κόσμου αδερφός.

 Να βρούνε γωνιά ν' ακουμπήσουν,
σκαμνί για να κάτσει ο τυφλός
κι εκεί καθώς θα μιλάμε
θα 'ρθει συντροφιά κι ο Χριστός.

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013


Τ' Όνομά σου - Ν. Βρεττάκος  

Στίχοι: Νικηφόρος Βρεττάκος
Μουσική: Τερψιχόρη Παπαστεφάνου
Πρώτη εκτέλεση: Δανάη Μπαραμπούτη

Τ' όνομά σου : ψωμί στο τραπέζι
Τ' όνομά σου : νερό στην πηγή.
Τ' όνομά σου : αγιόκλημα αναρριχόμενων άστρων.
Τ' όνομά σου : παράθυρο ανοιγμένο τη νύχτα στην πρώτη του Μάη.

Τ' όνομά σου : ρινίσματα ήλιου
Τ' όνομά σου : στροφή από φλάουτο τη νύχτα.
Τ' όνομά σου : στα χείλη των αγγέλων τριαντάφυλλο.
Τ' όνομά σου : κουδούνισμα αλόγων που σέρνουν την 'άνοιξη πίσω τους

Τ' όνομά σου : βροχούλα στου σπορέα το μέτωπο
Τ' όνομά σου : περίσσευμα στου βοσκού την καλύβα
Τ' όνομά σου : τοπίο χωρισμένο με χρώματα
Τ' όνομά σου : δυο δρυς που το ουράνιο τόξο στηρίζει τις άκρες του.

Τ' όνομά σου : ένας ψίθυρος απ' αστέρι σε αστέρι
Τ' όνομά σου : ομιλία δύο ρυακιών μεταξύ τους
Τ' όνομά σου : μονόλογος ενός πεύκου στο Σούνιο
Τ' όνομά σου : ένα ελάφι βουτηγμένο ως το γόνατο σε μιαν άμπωτη ήλιου.

Τ' όνομά σου : ροδόφυλλο σ' ενός βρέφους το το μάγουλο
Τ' όνομά σου : πεντάγραμμο στις κεραίες των γρύλων
Τ' όνομά σου : ο Ηνίοχος στην άμαξα του ήλιου.
Τ' όνομά σου : πορεία πέντε κύκνων που σέρνουν την πούλια στα μεσούρανα

Τ' όνομά σου : Ειρήνη στα κλωνάρια του δάσους.
Τ' όνομά σου : Ειρήνη στους δρόμους των πόλεων
Τ' όνομά σου : Ειρήνη στις ρότες των πλοίων
Τ' όνομά σου : ένας άρτος, βαλμένος στην άκρη της γης που περίσσεψε

Τ' όνομά σου : αέτωμα περιστεριών στον ορίζοντα.
Τ' όνομά σου : αλληλούια πάνω στο Έβερεστ. 


Β. Ζήνδρος - Ε. Γκαραγκάνη


Η Φλογέρα του Βασιλιά. Λόγος Έβδομος
Κωστής Παλαμάς 



Πρωί, και λιοπερίχυτη και λιόκαλ' είναι η μέρα,
κ' η Αθήνα ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι.
Το φως παντού, κι όλο το φως κι όλα το φως τα δείχνει
και στρογγυλά και σταλωμένα, κοίτα, δεν αφήνει
τίποτε θαμποχάραγο, να μην το ξεδιαλύνης
όνειρο αν είναι, ή κι αν αχνός, ή αν είναι κρουστό κάτι.
Περήφανα και ταπεινά, κι όλα φαντάζουν ίδια.
Και της Πεντέλης η κορφή και τ' αχαμνό σπερδούκλι,
κι ο λαμπρομέτωπος ναός και μια χλωμή ανεμώνη



Πάντα ο ναός ο μουσικός του στοιχιωμένου Bράχου
κορώνα γύρω υψώνεται σ' όλα κι απάνου απ' όλα,
κι από της πλάσης τα καλά κι απ' τ' αγαθά της χώρας,
σάμπως εκείνος πιο καλά και πιο αγαθά πλασμένο 


Kαι πάντα ο δωρικός ναός απλός και τρισμεγάλος
και η πιο λιγνή γραμμούλα του σοφά λογαριασμένη,            
και σιδηροθεμέλιωτος και φτερωτός αντάμα
και λυγερός και μ' όλο του τ' αλύγιστο τ' ολόρθο.
Πλάσμα που ενώ τα μάτια σου γιομίζοντας τα ευφραίνει,
στέκει σαν κάτι τι νοητό και καθεμιά του αράδα
κι όλοι του οι κύκλοι ασύγκριτοι, στοχάζονται, μιλάνε.            
Kαι πάντα είναι τα μέτωπα και τα πλευρά του πάντα
και πάντα είν' οι κολώνες του και οι ζώνες και οι κορφές του,
με τα σεμνά σκαλίσματα, με τα λαμπρά πλουμίδια  


Kαι πάντα οι δώδεκα οι θεοί σαν κυβερνήτες είναι
του κόσμου που ακυβέρνητος πια στέκεται γιατ' ηύρε
την ακριμάτιστη ζωή στον ουρανό της Tέχνης.  



Kι ο πολυτάραχος θεός της θάλασσας παλαίβει     
με της Σοφίας τη δέσποινα γιά 'να βασίλειο πάντα
κ' η Aθήνα το βασίλειο, κ' εσύ, Aθηνά, η νικήτρα,
γιατ' είν' ο νους πιο δυνατός κι απ' του πελάου το κύμα  



(Γη, που τον Ξέρξη χάλασες, κ' έπλασες τον Aισχύλο! )

 Β.
ZHΝΔΡΟΣ





Ο ΘΕΙΟΣ ΒΡΑΧΟΣ                                                                                 

Απόσπασμα από το έργο
"Η φλογέρα του Βασιλιά"
Κ.Παλαμά

Εσύ 'σαι που κορώνα σου φορείς το Βράχο. Εσύ 'σαι,
Βράχε, που το ναό κρατάς, κορώνα της κορώνας:
Ναέ, και ποιος να σ' έχτισε μες στους ωραίους ωραίο
για την αιωνιότητα, με κάθε χάρη Εσένα;
Σ' εσέ αποκάλυψη ο ρυθμός, κάθε γραμμή και Μούσα
λόγος το μάρμαρο έγινε κι η ιδέα τέχνη και ήθρες
στη χώρα τη θαυματουργή, που τα στοχάζεται όλα
με τη βοήθεια των Ωρών των καλομετρημένων,
ήρθες απάνου απ' τους λαούς κι απάνου απ' τις θρησκείες,
κυκλώπειε, λυγερόκορμε και σα ζωγραφισμένε.
Όμοια με πολυτιμα παντοτινά μαγνάδια,
Ίδια στη στέγνια, στη νοτιά, στο φως και στο σκοτάδι,
που χέρι δεν ξεϋφαίνει τα και χρόνια δεν τα φθείρουν 
και μάτι δεν μπορεί να βρει, πώς απαρχής πλεχτήκαν
κι ανήμπορ' είναι η μαστοριά να τα ξαναρχινήσει,
στοιχειά γιατί τα' αργάστηκαν από δροσοσταλίδες
και νέραϊδοι με τους αφρούς και αγγέλισσες με αχτίδες.
Έτσι και συ. Ούτε δύνοσουν αλλού, Ναέ, να ζήσεις,
παρά όπου πρωτοφύτρωσες. Ανθός, κι η Αθήνα γλάστρα. 

Β.Ζήνδρος  



Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013



Στα ψέματα παίζαμε - Μανόλης Αναγνωστάκης

Στ' αστεία παίζαμε! 

Δε χάσαμε μόνο τον τιποτένιο μισθό μας 
Mέσα στη μέθη του παιχνιδιού σάς δώσαμε και τις γυναίκες μας 
Tα πιο ακριβά ενθύμια που μέσα στην κάσα κρύβαμε 
Στο τέλος το ίδιο το σπίτι μας με όλα τα υπάρχοντα. 
Nύχτες ατέλειωτες παίζαμε, μακριά απ' το φως της ημέρας 
Mήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τα φύλλα του ημεροδείχτη 
Δε βγάλαμε ποτέ καλό χαρτί, χάναμε χάναμε ολοένα 
Πώς θα φύγουμε τώρα; πού θα πάμε; ποιος θα μας δεχτεί; 

Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας δώστε μας πίσω τα χαρτιά μας 
Kλέφτες! 
Στα ψέματα παίζαμε! 



" Δροσοσταλιές" - Λίτσα Βασιλείου  

Μικρές, γλυκές μου εσείς
χρυσές δροσοσταλιές
τεχνάσματα του αέρα
της φύσης ομορφιές!

Υγρά κοσμήματα
μονάκριβα της γης
αστραφτερές φιγούρες
δροσούλες της αυγής!

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013



Γιώργος Κοτζιούλας

                                 Πατρίδα


Βουνά που γαλανίζετε στο βάθος είτε αχνά
μόλις — αέρινη γραμμή — χωρίζετε απ' τα ουράνια,
πλαγιές που γέρνετε απαλά κι' όλο γκρεμούς στεφάνια,
μεμιάς ως πέρα γλήγορο το μάτι σάς περνά.
Κι η λίμνη που στο γούβωμα λαμπρίζει πέρα εκεί
(χρυσό γυαλί να κοιταχτεί μέσα η Κερά Φροσύνη)
προς τ’ ακουσμένα Γιάννενα με φέρνει και μου δίνει
μια εικόνα της πατρίδας μου φαντασμαγορική.
Ασημοκλώθεσαι κι εσύ, ποτάμι σιγαλό,
κρυφό θηρίο τριονούρικο π' όσο τραβάς αξαίνεις
κι απ' τις καμάρες μουλωχτό περνάς της στοιχιωμένης
όπου οι φωνές της αντηχούν ακόμα στο γιαλό.
Πόσον καιρό θα τριγυρνάω ακόμα σε μεριές
που δεν τις ήξερα μήδε τις έβανα στο νου μου
μακριά απ' τα χώματα, μακριά απ' τον κύκλο τ' ουρανού μου,
δίχως φεγγάρι μάλαμα σ' έρμες ανηφοριές !

Β.Ζ


To μαρμάρινο κεφάλι                       Γιώργος Σεφέρης

"Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ΄ακουμπήσω.
Έπεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
Έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να ξαναχωρήσει.

Κοιτάζω τα μάτια μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά
μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει
κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα
Δεν έχω άλλη δύναμη

Τα χέρια μου χάνονται και με πλησιάζουν ακρωτηριασμένα΄'.

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013



Γυάλινα Γιάννενα (Ι) - Μιχάλης Γκανάς
 
Χάραζε ο τόπος με βουνά πολλά
κι ανάτελλε τα ζωντανά του,
καλούς ανθρώπους και κακούς, νυφίτσες,
αλεπούδες, μια λίμνη ως κόρην
οφθαλμού και κάστρα πατημένα.

Θα ‘ναι τα Γιάννενα, ψιθύρισα,
στο χιόνι και στον άγριο καιρό
γυάλινα και μαλαματένια.
Κι όσο πήγαινε η μέρα,
σαν το βαπόρι σε καλά νερά,
είδα και μιναρέδες κι άκουσα
τα μπακίρια να βελάζουν.
Β.Ζ.
Έτσι μου στάθηκε ο Ταΰγετος - Νικηφόρος Βρεττάκος

Έτσι μου στάθηκε ο Ταΰγετος,
όπως ο κόρφος της μητέρας μου.
Με πότισε γαλάζιο, αψύ αίμα
ήλιο και πράσινο
ως να μου δέσει την ψυχή όπως την πέτρα του,
ως να χαράξει στην καρδιά μου
τις βαθειές χαράδρες του
να σχηματίσει μες στην ζωή μου δώδεκα κορφές
να βγαίνω απάνω με μοναδικό μου όνειρο τον ήλιο.
Με δίψα μου μοναδική τον ήλιο,
δίψα βαθιά σαν ωκεανός,
υψηλή σαν το φεγγάρι,
δίψα που να την λυπηθεί ο Θεός.
...Έτσι μου στάθηκε ο Ταΰγετος όσο να γεννηθούνε
τα δυο παιδιά του Θεού μέσα μου:
η ποίηση και η αγάπη.
Β.Ζ

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012


Άξιον εστί - Οδυσσέας Ελύτης


Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδερφοί,
όπου και να θολώνει ο νους σας,
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

Η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα
θ' αναπαύσει το πρόσωπο του μαρτυρίου
με το λίγο βάμμα του γλαυκού στα χείλη.

Καλό το νερό
και πέτρινο το χέρι του μεσημεριού
που κρατεί τον ήλιο στην ανοιχτή παλάμη του.

Όπου και να πατεί το πόδι σας, φωνάζω,
ανοίξτε, αδελφοί,
μια βρύση ανοίξετε,
τη δική σας βρύση του Μαυρογένη! 

Βασίλης Ζήνδρος


Η ελληνική γλώσσα - Νικηφόρος Βρεττάκος  

Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φως
θα ελιχθώ προς τα πάνω
όπως ένα ρυάκι που μουρμουρίζει
κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα
στους γαλάζιους διαδρόμους
 συναντήσω αγγέλους 
θα τους μιλήσω ελληνικά,
επειδή δεν ξέρουν άλλες γλώσσες.
Μιλάνε μεταξύ τους με μουσική. 

 Βασίλης Ζήνδρος


Μυκήνες - Γ. Σεφέρης

" Δος μου τα χέρια σου, δος μου τα χέρια σου, δος μου τα χέρια σου.
Είδα μέσα στη νύχτα
Τη μυτερή κορυφή του βουνού
Είδα τον κάμπο πέρα πλημμυρισμένο
Με το φως ενός αφανέρωτου φεγγαριού
Είδα, γυρίζοντας το κεφάλι
Τις μαύρες πέτρες συσπειρωμένες
Και τη ζωή μου τεντωμένη σα χορδή
Αρχή και τέλος
Η τελευταία στιγμή.
Τα χέρια μου.


Βουλιάζει όπως σηκώνει τις μεγάλες πέτρες.
τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.
Πληγωμένος από το δικό μου χώμα
τυραννισμένος από το δικό μου πουκάμισο
καταδικασμένος από τους δικούς μου θεούς,
τούτες τις πέτρες.
 ............................................................................. 

Βασίλης Ζήνδρος