Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013


Τ' Όνομά σου - Ν. Βρεττάκος  

Στίχοι: Νικηφόρος Βρεττάκος
Μουσική: Τερψιχόρη Παπαστεφάνου
Πρώτη εκτέλεση: Δανάη Μπαραμπούτη

Τ' όνομά σου : ψωμί στο τραπέζι
Τ' όνομά σου : νερό στην πηγή.
Τ' όνομά σου : αγιόκλημα αναρριχόμενων άστρων.
Τ' όνομά σου : παράθυρο ανοιγμένο τη νύχτα στην πρώτη του Μάη.

Τ' όνομά σου : ρινίσματα ήλιου
Τ' όνομά σου : στροφή από φλάουτο τη νύχτα.
Τ' όνομά σου : στα χείλη των αγγέλων τριαντάφυλλο.
Τ' όνομά σου : κουδούνισμα αλόγων που σέρνουν την 'άνοιξη πίσω τους

Τ' όνομά σου : βροχούλα στου σπορέα το μέτωπο
Τ' όνομά σου : περίσσευμα στου βοσκού την καλύβα
Τ' όνομά σου : τοπίο χωρισμένο με χρώματα
Τ' όνομά σου : δυο δρυς που το ουράνιο τόξο στηρίζει τις άκρες του.

Τ' όνομά σου : ένας ψίθυρος απ' αστέρι σε αστέρι
Τ' όνομά σου : ομιλία δύο ρυακιών μεταξύ τους
Τ' όνομά σου : μονόλογος ενός πεύκου στο Σούνιο
Τ' όνομά σου : ένα ελάφι βουτηγμένο ως το γόνατο σε μιαν άμπωτη ήλιου.

Τ' όνομά σου : ροδόφυλλο σ' ενός βρέφους το το μάγουλο
Τ' όνομά σου : πεντάγραμμο στις κεραίες των γρύλων
Τ' όνομά σου : ο Ηνίοχος στην άμαξα του ήλιου.
Τ' όνομά σου : πορεία πέντε κύκνων που σέρνουν την πούλια στα μεσούρανα

Τ' όνομά σου : Ειρήνη στα κλωνάρια του δάσους.
Τ' όνομά σου : Ειρήνη στους δρόμους των πόλεων
Τ' όνομά σου : Ειρήνη στις ρότες των πλοίων
Τ' όνομά σου : ένας άρτος, βαλμένος στην άκρη της γης που περίσσεψε

Τ' όνομά σου : αέτωμα περιστεριών στον ορίζοντα.
Τ' όνομά σου : αλληλούια πάνω στο Έβερεστ. 


Β. Ζήνδρος - Ε. Γκαραγκάνη


Η Φλογέρα του Βασιλιά. Λόγος Έβδομος
Κωστής Παλαμάς 



Πρωί, και λιοπερίχυτη και λιόκαλ' είναι η μέρα,
κ' η Αθήνα ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι.
Το φως παντού, κι όλο το φως κι όλα το φως τα δείχνει
και στρογγυλά και σταλωμένα, κοίτα, δεν αφήνει
τίποτε θαμποχάραγο, να μην το ξεδιαλύνης
όνειρο αν είναι, ή κι αν αχνός, ή αν είναι κρουστό κάτι.
Περήφανα και ταπεινά, κι όλα φαντάζουν ίδια.
Και της Πεντέλης η κορφή και τ' αχαμνό σπερδούκλι,
κι ο λαμπρομέτωπος ναός και μια χλωμή ανεμώνη



Πάντα ο ναός ο μουσικός του στοιχιωμένου Bράχου
κορώνα γύρω υψώνεται σ' όλα κι απάνου απ' όλα,
κι από της πλάσης τα καλά κι απ' τ' αγαθά της χώρας,
σάμπως εκείνος πιο καλά και πιο αγαθά πλασμένο 


Kαι πάντα ο δωρικός ναός απλός και τρισμεγάλος
και η πιο λιγνή γραμμούλα του σοφά λογαριασμένη,            
και σιδηροθεμέλιωτος και φτερωτός αντάμα
και λυγερός και μ' όλο του τ' αλύγιστο τ' ολόρθο.
Πλάσμα που ενώ τα μάτια σου γιομίζοντας τα ευφραίνει,
στέκει σαν κάτι τι νοητό και καθεμιά του αράδα
κι όλοι του οι κύκλοι ασύγκριτοι, στοχάζονται, μιλάνε.            
Kαι πάντα είναι τα μέτωπα και τα πλευρά του πάντα
και πάντα είν' οι κολώνες του και οι ζώνες και οι κορφές του,
με τα σεμνά σκαλίσματα, με τα λαμπρά πλουμίδια  


Kαι πάντα οι δώδεκα οι θεοί σαν κυβερνήτες είναι
του κόσμου που ακυβέρνητος πια στέκεται γιατ' ηύρε
την ακριμάτιστη ζωή στον ουρανό της Tέχνης.  



Kι ο πολυτάραχος θεός της θάλασσας παλαίβει     
με της Σοφίας τη δέσποινα γιά 'να βασίλειο πάντα
κ' η Aθήνα το βασίλειο, κ' εσύ, Aθηνά, η νικήτρα,
γιατ' είν' ο νους πιο δυνατός κι απ' του πελάου το κύμα  



(Γη, που τον Ξέρξη χάλασες, κ' έπλασες τον Aισχύλο! )

 Β.
ZHΝΔΡΟΣ





Ο ΘΕΙΟΣ ΒΡΑΧΟΣ                                                                                 

Απόσπασμα από το έργο
"Η φλογέρα του Βασιλιά"
Κ.Παλαμά

Εσύ 'σαι που κορώνα σου φορείς το Βράχο. Εσύ 'σαι,
Βράχε, που το ναό κρατάς, κορώνα της κορώνας:
Ναέ, και ποιος να σ' έχτισε μες στους ωραίους ωραίο
για την αιωνιότητα, με κάθε χάρη Εσένα;
Σ' εσέ αποκάλυψη ο ρυθμός, κάθε γραμμή και Μούσα
λόγος το μάρμαρο έγινε κι η ιδέα τέχνη και ήθρες
στη χώρα τη θαυματουργή, που τα στοχάζεται όλα
με τη βοήθεια των Ωρών των καλομετρημένων,
ήρθες απάνου απ' τους λαούς κι απάνου απ' τις θρησκείες,
κυκλώπειε, λυγερόκορμε και σα ζωγραφισμένε.
Όμοια με πολυτιμα παντοτινά μαγνάδια,
Ίδια στη στέγνια, στη νοτιά, στο φως και στο σκοτάδι,
που χέρι δεν ξεϋφαίνει τα και χρόνια δεν τα φθείρουν 
και μάτι δεν μπορεί να βρει, πώς απαρχής πλεχτήκαν
κι ανήμπορ' είναι η μαστοριά να τα ξαναρχινήσει,
στοιχειά γιατί τα' αργάστηκαν από δροσοσταλίδες
και νέραϊδοι με τους αφρούς και αγγέλισσες με αχτίδες.
Έτσι και συ. Ούτε δύνοσουν αλλού, Ναέ, να ζήσεις,
παρά όπου πρωτοφύτρωσες. Ανθός, κι η Αθήνα γλάστρα. 

Β.Ζήνδρος  






Ανάσες και ψίθυροι του δάσους - Λίτσα  Ψαραύτη

Ένας έφηβος για το καλοκαίρι δουλεύει στον Εθνικό Δρυμό.Στον Δρυμό έρχονται κάποια παιδιά για να μάθουν τη φύση .Τα παιδιά ζουν στη φύση.Μια μέρα κατά τη διάρκεια εκδρομής αρπάζει φωτιά το δάσος.Μετά τη διάσωση του τα παιδιά βρίσκουν παράξενα πράγματα όπως:πατημασιές,δυνατό κράμα ορυκτών και έναν ιπτάμενο δίσκο.Τα παιδιά και ο έφηβος φεύγουν στο τέλος του καλοκαιριού.Τα παιδιά σπίτι τους και ο έφηβος στο πανεπιστήμιο.

Απόσπασμα από το ημερολόγιο του αστροπλοηγού του εξερευνητικού αστρόπλοιου της Γαλαξιακής Συνομοσπονδίας:

... Ο πλανήτης είναι καταγάλανος. Το μεγαλύτερο μέρος του αποτελείται από νερό. Γη τον ονομάζουν οι κάτοικοί του. Δε μοιάζει με κανέναν απ' όσους έχουμε εξερευνήσει ως τώρα. Κατοικείται από παράξενα πλάσματα - άσπρα, μαύρα, κίτρινα,ερυθρόδερμα. 
Μείναμε έναν ολόκληρο γήινο χρόνο και, αόρατοι καθώς έχουμε τη δυνατότητα να γινόμαστε, παρακολουθήσαμε τη συμπεριφορά των γήινων. Δεν ακολουθούν καμιά από τις αιώνιες ηθικές αξίες που κυριαρχούν στο σύμπαν - Αγάπη, Δικαιοσύνη, Ειρήνη, Ελευθερία. Βρίσκονται ακόμα σε άγρια κατάσταση. Σκοτώνονται αναμεταξύ τους, κάνουν πολέμους, καταστρέφουν τη ζωή και την ομορφιά του πλανήτη. Μολύνουν τις θάλασσες, τις λίμνες, τα ποτάμια, τον αέρα που αναπνέουν, τα τρόφιμα που τρώνε. Πιστεύουν σε πολλούς θεούς. Πάνω απ' όλους έχουν το θεό του Κέρδους - αυτόν προσκυνούν όλοι. Παρακολουθήσαμε και τη ζωή των γήινων πλασμάτων όταν βρίσκονται στην πρώτη φάση της ζωής τους, την παιδική. Μείναμε, μάλιστα, αρκετό χρόνο μέσα σ' ένα δάσος, απ' τα λίγα που έχουν απομείνει στον πλανήτη, για να περιεργαστούμε τον τρόπο που σκέφτονται, τις ικανότητες και τη συμπεριφορά τους.Ήταν παιδιά έξυπνα, αγνά, με πνεύμα δημιουργικό και εύκολα μπορεί κανείς να τα επηρεάσει προς το Καλό πριν μεγαλώσουν και αρχίσουν να μισούνται, να πολεμούν και να σκοτώνονται όπως οι μεγάλοι.... 

Παντελής ΣΤ2.

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013




Ο Γρηγόρης της βροχής - Σπύρος Τσίρος  


Ο Γρηγόρης , ένα δωδεκάχρονο αγόρι ζει στο υπόγειο μιας πολυκατοικίας με τους γονείς τους και την αδερφή του. Μια μέρα ο Γρηγόρης πάει στη δουλειά του συγγραφέα για να του πουλήσει διάφορα μικροπράγματα. Ο συγγραφέας καθώς ήταν απασχολημένος δεν πήρε τίποτε από τον μικρό. Τότε εκείνος του έδωσε το ημερολόγιό του να το διαβάσει.Ο συγγραφέας άρχισε να διαβάζει το ημερολόγιο. Στο ημερολόγιο ο Γρηγόρης μιλάει για τη μέρα της γέννησής του, για τους ανθρώπους στους οποίους πληρώνουν ενοίκιο για το υπόγειο διαμέρισμα, στο οποίο μένουν και για μια αποθήκη απέναντι από το διαμέρισμα που είναι γεμάτο παλιά παιχνίδια. Γράφει για την πρώτη του αγάπη, για την απόλυση του πατέρα του και τη μετανάστευσή του στη Γερμανία Γράφει ακόμα για την αδερφή του που θέλοντας να παίξει με τις φίλες της σχοινάκι στην αυλή, ζωγραφίζουν σ' ένα χαρτόνι μια αυλή και κολλάνε τις ζωγραφιές στους τοίχους του δωματίου προσποιούμενες ότι παίζουν σε αυλή.
Ο συγγραφέας διάβασε όλο το ημερολόγιο του Γρηγόρη - του Γρηγόρη της βροχής, όπως τον είχε ονομάσει,, μιας και τη μέρα που τον γνώρισε έβρεχε - αλλά εκείνος δε φάνηκε ποτέ ξανά. Φαίη Στ2


Τ' άσπρα παπούτσια - Νίκος Κανάκης  


Ήταν κάποτε ένα αγοράκι, ο Νίκος που ζούσε με τη μαμά του και τ' αδέρφια του. Το καλοκαίρι πήγε να μείνει μαζί τους ο θείος τους, ο αδερφός της μαμάς τους, μαζί με τα ξαδέρφια τους. Ο ξάδερφός του είχε κάτι άσπρα παπούτσια και άρεσαν πολύ στον Νίκο. Έβαλαν αγώνα και ο ξάδερφος βγήκε πρώτος επειδή φορούσε αυτά τα άσπρα παπούτσια. Τελικά όμως τα παπούτσια πέρασαν στα χέρια του Νίκου. Ο Νίκος είχε κι έναν σκύλο, τον Αρτέμη, που τον αγαπούσε πολύ παρόλο που η γειτόνισσα φώναζε ότι της έτρωγε τ' αυγά από τις κότες. Η σκυλίτσα της γειτόνισσας αγαπούσε τον Αρτέμη και γρήγορα έμεινε έγκυος. Μετά από αρκετό καιρό η σκυλίτσα γέννησε και μιας και η σκυλίτσα πέθανε αποφάσισαν να κρατήσουν ένα κουτάβι. Μεγάλωσε το κουτάβι, μεγάλωσε κι ο Αρτέμης και γέρος πια πέθανε από γεράματα. Ευθαλία Στ2


Δεινόσαυροι δεν υπάρχουν - Χάννα Γιοχάνσεν  

Κάποιος έχει ένα φίλο που μπλέκει σε περιπέτειες λόγω του ονόματός του, Τσαβινούλ. Ο ήρωας μας έχοντας αυτό το όνομα βρίσκει τρία αυγά στο παράθυρό του. Κάποτε το ένα σκάει αλλά δεν ξέρει τι ζώο είναι αυτό που μόλις γεννήθηκε. Ψάχνει σ' ένα βιβλίο μέχρι που το βρίσκει. Είναι ένας δεινόσαυρος. Το είδος του είναι κομψόγναθος, μπορεί να μιλήσει στον ήρωά μας και μεγαλώνει τρώγοντας κρέας. Μετά από λίγο καιρό σκάνε και τ' άλλα δύο αυγά. Από το ένα βγαίνει ένα χρυσόψαρο κι απ' το άλλο ένας λαγός. Το χρυσόψαρο το τρώει και ο μπλε λαγός κατασκηνώνει κάτω απ' την ντουλάπα. Καθώς το όνομα Τσαβινούλ τον μπλέκει σε περιπέτειες προσπαθεί να δώσει αλλού το όνομά του. Παντελής Στ2