Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013


Τ' Όνομά σου - Ν. Βρεττάκος  

Στίχοι: Νικηφόρος Βρεττάκος
Μουσική: Τερψιχόρη Παπαστεφάνου
Πρώτη εκτέλεση: Δανάη Μπαραμπούτη

Τ' όνομά σου : ψωμί στο τραπέζι
Τ' όνομά σου : νερό στην πηγή.
Τ' όνομά σου : αγιόκλημα αναρριχόμενων άστρων.
Τ' όνομά σου : παράθυρο ανοιγμένο τη νύχτα στην πρώτη του Μάη.

Τ' όνομά σου : ρινίσματα ήλιου
Τ' όνομά σου : στροφή από φλάουτο τη νύχτα.
Τ' όνομά σου : στα χείλη των αγγέλων τριαντάφυλλο.
Τ' όνομά σου : κουδούνισμα αλόγων που σέρνουν την 'άνοιξη πίσω τους

Τ' όνομά σου : βροχούλα στου σπορέα το μέτωπο
Τ' όνομά σου : περίσσευμα στου βοσκού την καλύβα
Τ' όνομά σου : τοπίο χωρισμένο με χρώματα
Τ' όνομά σου : δυο δρυς που το ουράνιο τόξο στηρίζει τις άκρες του.

Τ' όνομά σου : ένας ψίθυρος απ' αστέρι σε αστέρι
Τ' όνομά σου : ομιλία δύο ρυακιών μεταξύ τους
Τ' όνομά σου : μονόλογος ενός πεύκου στο Σούνιο
Τ' όνομά σου : ένα ελάφι βουτηγμένο ως το γόνατο σε μιαν άμπωτη ήλιου.

Τ' όνομά σου : ροδόφυλλο σ' ενός βρέφους το το μάγουλο
Τ' όνομά σου : πεντάγραμμο στις κεραίες των γρύλων
Τ' όνομά σου : ο Ηνίοχος στην άμαξα του ήλιου.
Τ' όνομά σου : πορεία πέντε κύκνων που σέρνουν την πούλια στα μεσούρανα

Τ' όνομά σου : Ειρήνη στα κλωνάρια του δάσους.
Τ' όνομά σου : Ειρήνη στους δρόμους των πόλεων
Τ' όνομά σου : Ειρήνη στις ρότες των πλοίων
Τ' όνομά σου : ένας άρτος, βαλμένος στην άκρη της γης που περίσσεψε

Τ' όνομά σου : αέτωμα περιστεριών στον ορίζοντα.
Τ' όνομά σου : αλληλούια πάνω στο Έβερεστ


Β. Ζήνδρος - Ε. Γκαραγκάνη


Η Φλογέρα του Βασιλιά. Λόγος Έβδομος
Κωστής Παλαμάς 



Πρωί, και λιοπερίχυτη και λιόκαλ' είναι η μέρα,
κ' η Αθήνα ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι.
Το φως παντού, κι όλο το φως κι όλα το φως τα δείχνει
και στρογγυλά και σταλωμένα, κοίτα, δεν αφήνει
τίποτε θαμποχάραγο, να μην το ξεδιαλύνης
όνειρο αν είναι, ή κι αν αχνός, ή αν είναι κρουστό κάτι.
Περήφανα και ταπεινά, κι όλα φαντάζουν ίδια.
Και της Πεντέλης η κορφή και τ' αχαμνό σπερδούκλι,
κι ο λαμπρομέτωπος ναός και μια χλωμή ανεμώνη



Πάντα ο ναός ο μουσικός του στοιχιωμένου Bράχου
κορώνα γύρω υψώνεται σ' όλα κι απάνου απ' όλα,
κι από της πλάσης τα καλά κι απ' τ' αγαθά της χώρας,
σάμπως εκείνος πιο καλά και πιο αγαθά πλασμένο 


Kαι πάντα ο δωρικός ναός απλός και τρισμεγάλος
και η πιο λιγνή γραμμούλα του σοφά λογαριασμένη,            
και σιδηροθεμέλιωτος και φτερωτός αντάμα
και λυγερός και μ' όλο του τ' αλύγιστο τ' ολόρθο.
Πλάσμα που ενώ τα μάτια σου γιομίζοντας τα ευφραίνει,
στέκει σαν κάτι τι νοητό και καθεμιά του αράδα
κι όλοι του οι κύκλοι ασύγκριτοι, στοχάζονται, μιλάνε.            
Kαι πάντα είναι τα μέτωπα και τα πλευρά του πάντα
και πάντα είν' οι κολώνες του και οι ζώνες και οι κορφές του,
με τα σεμνά σκαλίσματα, με τα λαμπρά πλουμίδια  


Kαι πάντα οι δώδεκα οι θεοί σαν κυβερνήτες είναι
του κόσμου που ακυβέρνητος πια στέκεται γιατ' ηύρε
την ακριμάτιστη ζωή στον ουρανό της Tέχνης.  



Kι ο πολυτάραχος θεός της θάλασσας παλαίβει     
με της Σοφίας τη δέσποινα γιά 'να βασίλειο πάντα
κ' η Aθήνα το βασίλειο, κ' εσύ, Aθηνά, η νικήτρα,
γιατ' είν' ο νους πιο δυνατός κι απ' του πελάου το κύμα  



(Γη, που τον Ξέρξη χάλασες, κ' έπλασες τον Aισχύλο! )

 Β.
ZHΝΔΡΟΣ





Ο ΘΕΙΟΣ ΒΡΑΧΟΣ                                                                                 

Απόσπασμα από το έργο
"Η φλογέρα του Βασιλιά"
Κ.Παλαμά

Εσύ 'σαι που κορώνα σου φορείς το Βράχο. Εσύ 'σαι,
Βράχε, που το ναό κρατάς, κορώνα της κορώνας:
Ναέ, και ποιος να σ' έχτισε μες στους ωραίους ωραίο
για την αιωνιότητα, με κάθε χάρη Εσένα;
Σ' εσέ αποκάλυψη ο ρυθμός, κάθε γραμμή και Μούσα
λόγος το μάρμαρο έγινε κι η ιδέα τέχνη και ήθρες
στη χώρα τη θαυματουργή, που τα στοχάζεται όλα
με τη βοήθεια των Ωρών των καλομετρημένων,
ήρθες απάνου απ' τους λαούς κι απάνου απ' τις θρησκείες,
κυκλώπειε, λυγερόκορμε και σα ζωγραφισμένε.
Όμοια με πολυτιμα παντοτινά μαγνάδια,
Ίδια στη στέγνια, στη νοτιά, στο φως και στο σκοτάδι,
που χέρι δεν ξεϋφαίνει τα και χρόνια δεν τα φθείρουν 
και μάτι δεν μπορεί να βρει, πώς απαρχής πλεχτήκαν
κι ανήμπορ' είναι η μαστοριά να τα ξαναρχινήσει,
στοιχειά γιατί τα' αργάστηκαν από δροσοσταλίδες
και νέραϊδοι με τους αφρούς και αγγέλισσες με αχτίδες.
Έτσι και συ. Ούτε δύνοσουν αλλού, Ναέ, να ζήσεις,
παρά όπου πρωτοφύτρωσες. Ανθός, κι η Αθήνα γλάστρα. 

Β.Ζήνδρος  






Ανάσες και ψίθυροι του δάσους - Λίτσα  Ψαραύτη

Ένας έφηβος για το καλοκαίρι δουλεύει στον Εθνικό Δρυμό.Στον Δρυμό έρχονται κάποια παιδιά για να μάθουν τη φύση .Τα παιδιά ζουν στη φύση.Μια μέρα κατά τη διάρκεια εκδρομής αρπάζει φωτιά το δάσος.Μετά τη διάσωση του τα παιδιά βρίσκουν παράξενα πράγματα όπως:πατημασιές,δυνατό κράμα ορυκτών και έναν ιπτάμενο δίσκο.Τα παιδιά και ο έφηβος φεύγουν στο τέλος του καλοκαιριού.Τα παιδιά σπίτι τους και ο έφηβος στο πανεπιστήμιο.

Απόσπασμα από το ημερολόγιο του αστροπλοηγού του εξερευνητικού αστρόπλοιου της Γαλαξιακής Συνομοσπονδίας:

... Ο πλανήτης είναι καταγάλανος. Το μεγαλύτερο μέρος του αποτελείται από νερό. Γη τον ονομάζουν οι κάτοικοί του. Δε μοιάζει με κανέναν απ' όσους έχουμε εξερευνήσει ως τώρα. Κατοικείται από παράξενα πλάσματα - άσπρα, μαύρα, κίτρινα,ερυθρόδερμα. 
Μείναμε έναν ολόκληρο γήινο χρόνο και, αόρατοι καθώς έχουμε τη δυνατότητα να γινόμαστε, παρακολουθήσαμε τη συμπεριφορά των γήινων. Δεν ακολουθούν καμιά από τις αιώνιες ηθικές αξίες που κυριαρχούν στο σύμπαν - Αγάπη, Δικαιοσύνη, Ειρήνη, Ελευθερία. Βρίσκονται ακόμα σε άγρια κατάσταση. Σκοτώνονται αναμεταξύ τους, κάνουν πολέμους, καταστρέφουν τη ζωή και την ομορφιά του πλανήτη. Μολύνουν τις θάλασσες, τις λίμνες, τα ποτάμια, τον αέρα που αναπνέουν, τα τρόφιμα που τρώνε. Πιστεύουν σε πολλούς θεούς. Πάνω απ' όλους έχουν το θεό του Κέρδους - αυτόν προσκυνούν όλοι. Παρακολουθήσαμε και τη ζωή των γήινων πλασμάτων όταν βρίσκονται στην πρώτη φάση της ζωής τους, την παιδική. Μείναμε, μάλιστα, αρκετό χρόνο μέσα σ' ένα δάσος, απ' τα λίγα που έχουν απομείνει στον πλανήτη, για να περιεργαστούμε τον τρόπο που σκέφτονται, τις ικανότητες και τη συμπεριφορά τους.Ήταν παιδιά έξυπνα, αγνά, με πνεύμα δημιουργικό και εύκολα μπορεί κανείς να τα επηρεάσει προς το Καλό πριν μεγαλώσουν και αρχίσουν να μισούνται, να πολεμούν και να σκοτώνονται όπως οι μεγάλοι.... 

Παντελής ΣΤ2.

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013




Ο Γρηγόρης της βροχής - Σπύρος Τσίρος  


Ο Γρηγόρης , ένα δωδεκάχρονο αγόρι ζει στο υπόγειο μιας πολυκατοικίας με τους γονείς τους και την αδερφή του. Μια μέρα ο Γρηγόρης πάει στη δουλειά του συγγραφέα για να του πουλήσει διάφορα μικροπράγματα. Ο συγγραφέας καθώς ήταν απασχολημένος δεν πήρε τίποτε από τον μικρό. Τότε εκείνος του έδωσε το ημερολόγιό του να το διαβάσει.Ο συγγραφέας άρχισε να διαβάζει το ημερολόγιο. Στο ημερολόγιο ο Γρηγόρης μιλάει για τη μέρα της γέννησής του, για τους ανθρώπους στους οποίους πληρώνουν ενοίκιο για το υπόγειο διαμέρισμα, στο οποίο μένουν και για μια αποθήκη απέναντι από το διαμέρισμα που είναι γεμάτο παλιά παιχνίδια. Γράφει για την πρώτη του αγάπη, για την απόλυση του πατέρα του και τη μετανάστευσή του στη Γερμανία Γράφει ακόμα για την αδερφή του που θέλοντας να παίξει με τις φίλες της σχοινάκι στην αυλή, ζωγραφίζουν σ' ένα χαρτόνι μια αυλή και κολλάνε τις ζωγραφιές στους τοίχους του δωματίου προσποιούμενες ότι παίζουν σε αυλή.
Ο συγγραφέας διάβασε όλο το ημερολόγιο του Γρηγόρη - του Γρηγόρη της βροχής, όπως τον είχε ονομάσει,, μιας και τη μέρα που τον γνώρισε έβρεχε - αλλά εκείνος δε φάνηκε ποτέ ξανά. Φαίη Στ2


Τ' άσπρα παπούτσια - Νίκος Κανάκης  


Ήταν κάποτε ένα αγοράκι, ο Νίκος που ζούσε με τη μαμά του και τ' αδέρφια του. Το καλοκαίρι πήγε να μείνει μαζί τους ο θείος τους, ο αδερφός της μαμάς τους, μαζί με τα ξαδέρφια τους. Ο ξάδερφός του είχε κάτι άσπρα παπούτσια και άρεσαν πολύ στον Νίκο. Έβαλαν αγώνα και ο ξάδερφος βγήκε πρώτος επειδή φορούσε αυτά τα άσπρα παπούτσια. Τελικά όμως τα παπούτσια πέρασαν στα χέρια του Νίκου. Ο Νίκος είχε κι έναν σκύλο, τον Αρτέμη, που τον αγαπούσε πολύ παρόλο που η γειτόνισσα φώναζε ότι της έτρωγε τ' αυγά από τις κότες. Η σκυλίτσα της γειτόνισσας αγαπούσε τον Αρτέμη και γρήγορα έμεινε έγκυος. Μετά από αρκετό καιρό η σκυλίτσα γέννησε και μιας και η σκυλίτσα πέθανε αποφάσισαν να κρατήσουν ένα κουτάβι. Μεγάλωσε το κουτάβι, μεγάλωσε κι ο Αρτέμης και γέρος πια πέθανε από γεράματα. Ευθαλία Στ2


Δεινόσαυροι δεν υπάρχουν - Χάννα Γιοχάνσεν  

Κάποιος έχει ένα φίλο που μπλέκει σε περιπέτειες λόγω του ονόματός του, Τσαβινούλ. Ο ήρωας μας έχοντας αυτό το όνομα βρίσκει τρία αυγά στο παράθυρό του. Κάποτε το ένα σκάει αλλά δεν ξέρει τι ζώο είναι αυτό που μόλις γεννήθηκε. Ψάχνει σ' ένα βιβλίο μέχρι που το βρίσκει. Είναι ένας δεινόσαυρος. Το είδος του είναι κομψόγναθος, μπορεί να μιλήσει στον ήρωά μας και μεγαλώνει τρώγοντας κρέας. Μετά από λίγο καιρό σκάνε και τ' άλλα δύο αυγά. Από το ένα βγαίνει ένα χρυσόψαρο κι απ' το άλλο ένας λαγός. Το χρυσόψαρο το τρώει και ο μπλε λαγός κατασκηνώνει κάτω απ' την ντουλάπα. Καθώς το όνομα Τσαβινούλ τον μπλέκει σε περιπέτειες προσπαθεί να δώσει αλλού το όνομά του. Παντελής Στ2


Εφτά κόκκινες κλωστές - Η ιστορία ενός καρυδιού - Λότη Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου  

Μια φορά ήταν δυο όμορφα λουλούδια που αγαπιόντουσαν πολύ. Μια μέρα έδωσε το ένα στο άλλο λίγη σκόνη από αγάπη. Εκείνο την κρατούσε για καιρό σφιχτά και μια μέρα γεννήθηκε ένα καρύδι. Το καρύδι έφυγε για να γνωρίσει τον κόσμο. Εκεί που πήγαινε βρήκε ένα μυρμήγκι που κουβάλαγε τροφή. Ήταν τόσο κουρασμένο, που το καρύδι αποφάσισε να το βοηθήσει. Το μυρμήγκι του είπε αν ποτέ το χρειαζόταν να το φώναζε. Στο δρόμο του συνάντησε μια γάτα , η οποία άρχισε να το κυνηγάει. Εκείνο κρύφτηκε σε μία τρύπα. Εκεί είδε ένα ποντίκι που και αυτό κρυβόταν για τον ίδιο λόγο. Το ποντίκι ετοιμαζόταν να βγει από την κρυψώνα αλλά το καρύδι του είπε ότι παραμόνευε η γάτα. Τότε το ποντίκι του είπε ότι αν ποτέ χρειαστεί τη βοήθειά του να το φωνάξει. Φεύγοντας το καρύδι από την κρυψώνα έπεσε στα χέρια ενός ανθρώπου. Το πήρε, το έβαλε σε μια σακούλα μαζί με άλλα καρύδια και τα κλείδωσε στο υπόγειο. Τότε το καρύδι φώναξε το ποντίκι να κόψει τη σακούλα.Μετά φώναξε το μυρμήγκι να το πάει στο δέντρο που γεννήθηκε. Όταν έφτασαν είδε ότι είχε αποκτήσει κι άλλα αδέρφια. Τους μίλησε για την περιπέτειά του και όλα έπεσαν από τα κλαδιά και έφυγαν για να γνωρίσουν τον κόσμο. Το καρύδι κάθισε παράμερα κι αναπαύτηκε. Στη θέση που ξάπλωσε φύτρωσε μια καινούργια καρυδιά. Παύλος Στ2



Δράκε, δράκε είσαι εδώ; - Τα Πηγασόνια - Αγγελική Βαρελά  

Υπήρχε κάποτε ο Πηγασότοπος. Στον Πηγασότοπο ζούσαν κάτι όμορφα ζωάκια, τα Πηγασόνια. Δουλειά τους ήταν να εκπληρώνουν τις ευχές των παιδιών. Τις τελευταίες μέρες τα Πηγασόνια δέχονταν συνέχεια την ίδια ευχή. Ένα ποτήρι γάλα. Στα αυτιά τους βέβαια έρχονταν και κάποιες άλλες ευχές, όπως "να μην με λούσει η μαμά μου ξανά", " να μην φάω ξανά μπάμιες" και τέτοια.Η ευχή όμως που είχε φτάσει στον Πηγασότοπο ήταν πολύ βαριά. Πώς ήταν δυνατόν να υπάρχουν παιδιά που δεν έχουν ένα ποτήρι γάλα να πιουν; Τα Πηγασόνια το σκέφτηκαν σοβαρά. Αν αποφάσιζαν να κατέβουν και να προσφέρουν γάλα στα παιδιά , το ήξεραν πως δεν θα μπορούσαν να επιστρέψουν πίσω. Ο Πηγασότοπος θα χανόταν. Δεν άργησαν να πάρουν την απόφαση. Θυσίασαν το λιβάδι, φορτώθηκαν όλα από ένα ποτήρι γάλα και πήραν το δρόμο για τη γη. Τι αξία θα είχε να εκπληρώνουν ευχές και όνειρα αν υπήρχαν παιδιά που πεινούσαν;  Βάσω Στ2


Κρεμμύδια ή σκούπα - Άννα Κωστάλα  

Πλησιάζει Πρωτοχρονιά. Ο κόσμος είναι έτοιμος να υποδεχτεί τον καινούριο χρόνο. Ο συνεργάτης του ήταν ένας καλικάντζαρος, ο Τρομπέτας, όπου συνέχεια τον μπερδεύει με άλλα όργανα.
Το μόνο που του έλειπε για να τον υποδεχτεί είναι μια κρεμμύδα, την οποία παράγγειλε στον Άγιο Βασίλη. Αντί όμως για κρεμμύδα , στο κουτί υπήρχε μια αχυρένια σκούπα.
Ο Άη Βασίλης το έκανε αυτό επίτηδες, για να δει πως θα το επεξεργαστεί. Καθόταν επί ώρες για να σκεφτεί τι να κάνει.
Κόντευε μεσάνυχτα και του ήρθε μια ιδέα. Πήγε στο εργαστήριο κι έφτιαξε μια ηλεκτρική σκούπα. Δεν έμοιαζε καθόλου με τις δικές μας. Αντί για σκόνες μάζευε τα όπλα και άλλα τέτοια ελεεινά και τρισάθλια πράγματα και τα μετέτρεπε σε φαγητό για τους φτωχούς και ό,τι άλλο ήταν πολύτιμο γι' αυτούς.
Αυτό το μηχάνημα άρεσε πολύ στον κόσμο αλλά και στον Τρομπέτα. Η αλήθεια είναι πως ο καινούριος χρόνος δε θα τα κατέφερνε χωρίς τη βοήθεια του Τρομπέτα. Βασίλης Στ2



Ελάτε να παίξουμε μέσα στο χρόνο - Λήδα Κροντηρά  

Το βιβλίο αυτό αναφέρεται στα παιχνίδια από την αρχαιότητα έως και σήμερα. Μας δίνει πληροφορίες για το πως παιζόταν τα παιχνίδια στην αρχαιότητα ακόμη και σήμερα. Επίσης μας δίνει οδηγίες για να κατασκευάσουμε μόνοι μας παιχνίδια, και όπως λέει η συγγραφέας:

" Παίξε λοιπόν κι εσύ,
χωρίς να φοβάσαι
ότι χάνεις το χρόνο σου. 
Οι ώρες του παιχνιδιού
είναι πάντα κερδισμένες. 
Εκτός από τη χαρά
και την ξεκούραση που δίνει,
το παιχνίδι πάντα έχει
κάτι να σου μάθει.
Κλείσε, λοιπόν, τώρα
αυτό το βιβλίο
και πήγαινε να παίξεις.
Όμως, πρόσεξε, όχι ζαβολιές!
Καλή σου διασκέδαση..." . Παντελής Στ2  



                                           
  

  

                          
                                                                                                

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013








Τα τραγουδισμένα Γιάννενα


Το γεγονός της απελευθέρωσης της πόλης στις 21 Φεβρουαρίου 1913 ήταν κάτι το ξεχωριστό, το συγκλονιστικό γιατί τα Γιάννενα δεν ήταν μια οποιαδήποτε πόλη. Ήταν, σύμφωνα με χαρακτηρισμούς, η «Αθήνα της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας» εξαιτίας της πνευματικής και οικονομικής άνθισης που γνώρισε η πόλη σε διάφορες περιόδους της ιστορικής της εξέλιξης.
Γι’ αυτό και η δημοτική μούσα όταν το 1881 ορίστηκαν τα σύνορα του ελληνικού κράτους στην Άρτα, με πόνο τραγουδάει:
«Σ’ όλον τον κόσμο ξαστεριά, σ’ όλον τον κόσμο νήλιος,
Στα έρημα στα Γιάννενα νόλο καπνός κι αντάρα,
Αντάρα ειν’ τα κλαήματα και καταχνιά είν’ τα δάκρυγια,
Ανάθεμά σας, μπρε Φραγκιά, και σεις και τα πρωτάτα,
Που βάλεταν το σύνορο στης Άρτας το γιοφύρι
Κι αφήκατεν τα Γιάννενα και πήραταν την Άρτα».

Οι Βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-13 δεν αφήνουν ασυγκίνητη τη δημοτική μούσα, που έχει στραμμένη την προσοχή της στα Γιάννινα και στο τραγούδι «του πολέμου του 1912» παίρνει στίχους από δημοτικά τραγούδια του 1821 και τραγουδεί:
«Ισείς βουνά του Γκρίμποβου, βουνά της Μανωλιάσσας,
λίγου να χαμηλώσετε κάνα ντουφέκι τόπου,
για να φανούν τα Γιάννινα, το έρημου Μπιζάνι,
πώς πολεμούν οι Έλληνες με τους Τουρκαρβανίτες
πέφτουν κανόνια σαν βροχή, ουβίδες σαν χαλάζι
κι αυτά τα λιανοντούφεκα σαν άμμους της θαλάσσης».

Στις μάχες στο Μπιζάνι και στη γύρω περιοχή πολέμησαν Έλληνες από διάφορα μέρη της Ελλάδας. Στις ιδιαίτερες πατρίδες τους συναντούμε συγκινητικά τραγούδια γραμμένα σε δημοτικό δεκαπεντασύλλαβο στίχο.
Έτσι, από τη Σπερχειάδα Φθιώτιδος έχουμε το ακόλουθο τραγούδι:

«Ένα πουλάκι ν’ έβγαινε πομέσ’ απ’ το Μπιζάνι,
είχε θολά τα μάτια του και μαύρα τα φτερά του,
κι η Ρούμελη το ρώτησε κι η Ρούμελη του λέγει:
-Για πες μας, πες μας βρε πουλί, κανά καλό χαμπέρι.
-Τι να σου πω, βρε Ρούμελη, τι να σου μολογήσω;
Τα ευζωνάκια πολεμούν στο ξακουστό Μπιζάνι
Πέντε μερούλες νηστικά και δέκα διψασμένα,
Μέσα στους πάγους πολεμούν κι είναι κρουσταλιασμένα.
Πέφτουν λεβέντες μας νεκροί, λεβέντες πληγωμένοι
Κι ο Σαπουντζάκης έλεγε κι ο Σαπουντζάκης λέγει:
-Παιδιά μου, μη δειλιάσετε το τούρκικο το βόλι,
να πάρουμε τα Γιάννινα κι ας σκοτωθούμε όλοι.

Δημοσιευμένα στον τέταρτο τόμο του περιοδικού «Λαογραφία» το 1914 σχετικά είναι και τα παρακάτω τραγούδια γραμμένα ως παραλλαγές παλαιότερων δημοτικών τραγουδιών.
Το μοιρολόι της Κυνουρίας αναφέρεται στους Μπιζανομάχους ως εξής:
«Των ξακουσμένων τ’ άρματα δεν πρέπει να βαστιούνται,
μον’ πρέπει να πετάγονται κάτω στο σταυροδρόμι
κι όσοι διαβάτες κι αν περνούν όλοι να τα ρωτάνε:
-Άρματα, τίνος είσαστε και πού ειν’ τ’ αφεντικά σας;
-         Ο αφέντης μας σκοτώθηκε για τη γλυκειά πατρίδα,
Σκοτώθηκε στα Γιάννινα, στο σκοτεινό Μπιζάνι,
Που έγινε μάχη δυνατή την οργισμένη μέρα.

Σχετικό με τους ευζώνους είναι και το τραγούδι «Φεσάκι βαβαρέζικο».
«Φεσάκι βαβαρέζικο με τη γαλάζια φούντα
που ήσουν, που πολέμαγες, πού ’σαι κουρνιαχτισμένο;
-Στα Γιάννινα πολέμαγα, μεσ’ τους παλιοτουρκάδες
…Κι απ’ το μεγάλο πόλεμο και τη μεγάλη μάχη,
Εσφάλαρε το χέρι μου και μου ’πεσε η φούντα
Για κείνο κουρνιαχτίστηκα κι είμαι κουρνιαχτισμένο.

Δεν είναι μόνο η δημοτική ποίηση που τραγουδάει τα γεγονότα της απελευθέρωσης, το Μπιζάνι και τα Γιάννενα.
Πάρα πολλοί μεγάλοι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής, λόγιοι και ποιητές γράφουν ποιήματα για τα «κοσμοξακουσμένα Γιάννινα» και μερικά απ’ αυτά γίνονται τραγούδια.
Πρώτος και καλύτερος ο Γιαννιώτης αγωνιστής-λογοτέχνης και βουλευτής Ιωαννίνων αργότερα ο Χρήστος Χριστοβασίλης στο ποίημά του «Τα ελευθερωμένα Γιάννινα που δημοσιεύτηκε στην Ακρόπολη γράφει:
-Ο Πίνδος σέρνει το χορό με το ζερβί του χέρι
  κι οπίσωθέ του ακολουθούν όλα τα κλεφτοβούνια…
-Βουνά μου, γιατί χαίρεστε, κι έχετε πανηγύρι;
  Μην ήρθε πρώιμη Άνοιξη, πρώιμα το καλοκαίρι;
  Κι ο Πίνδος ο περήφανος αντιλογιές του δίνει
-Δεν ήρθε πρώιμη η Άνοιξη, κι ουδέ το καλοκαίρι,
  Χαιρόμαστε, χορεύουμε και ψιλοτραγουδούμε
  Γιατί λευτερωθήκανε, Αητέ, τα Γιάννινά μας

Αλλά και ο μεγάλος βάρδος της ελληνικής ποίησης, ο δημιουργός της νέας Αθηναϊκής σχολής, ο πνευματικός ταγός και πρόεδρος αργότερα της Ακαδημίας Αθηνών, ο άνθρωπος που πάνω του ακουμπούσε ολάκερη η Ελλάδα, ο Κωστής Παλαμάς, γράφει το ποίημα «Στη χώρα που αρματώθηκε» και αναφέρει:

Στην Ήπειρο δαρμός. Μα ξαστερώνει
Λαμπρή γιορτάζει κι η έρμη Βαλαώρα,
του χρόνου ήρθε το πλήρωμα, η κατάρα λύθηκε.

η τουρκομάχα νικηφόρα


Ζει το Σούλι σου, σείστηκε η Χιμάρα

της Πρέβεζας ο κόρφος λαχταρίζει
καράβια ελληνικά περνάν, αντάρα,

Σημαία γλαυκή στο Μέτσοβο ανεμίζει.
Από ακάθαρτο χνώτο μολεμένα
του μαύρου Αλή πασά το μετερίζι,

Τα Γιάννενα, τα κοσμοξακουσμένα,
κορώνα τους φορούν το Μιτσικέλι
λάμπουν κι αυτά και η λίμνη τους παρθένα.

Όμως ολάκερη η  ελληνική πατρίδα προσεύχεται θερμά για τα Γιάννινα, με τους στίχους ενός άλλου μεγάλου ποιητή του Άγγελου Σικελιανού.
«-Τα Γιάννενα! Τα Γιάννενα! Γονατιστή η Ελλάδα
    μες στις θυσίας της τους καπνούς, γυρμένη πέρα ως πέρα
    μέσα σε χιόνια αμυγδαλιές κι ήλιο λαμπρό του Απρίλη,
    το Πάσχα σου, το Πάσχα σου, γυρεύει νύχτα-μέρα
    να σμίξουνε σ’ Ανάσταση τα πικραμένα χείλη.»

Χαρακτηριστικό της περιγραφής των γεγονότων και των θυσιών για να πέσει το Μπιζάνι είναι και το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη «Μπιζάνι» που καλεί τη λευκοφόρα Νίκη να αγκαλιάσει άφοβα το θάνατο και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΕΣΤΙΑ στις 17 Ιανουαρίου 1913.

«Αγκάλιασέ τον άφοβα, ω λευκοφόρα Νίκη
κλείσέ τον στις φτερούγες σου! Αν είναι ο μισητός
που σπέρνει την απελπισιά και που σκορπάει τη φρίκη,
μα η δόξα σου είναι αυτός.

Κι αν στα σφιχταγκαλιάσματα τα κόκκινα τα χέρια
Ματώνουν της χλαμύδας σου το κάτασπρο πανί,
μη την ξεπλένεις, άφες την να κοκκινίσει ακέρια
Πορφύρα να γενεί.»

Στους ηρωικούς κρητικούς που έπεσαν στο Μπιζάνι αναφέρεται και το ποίημα του Ιωάννη Μ. Βουγιουκλάκη «Μη κλαίτε» που βρίσκουμε στην ποιητική πολεμική Αθολογία του 1912-13 του Αχιλλέα Καραβία.

Κρήτη στα μαύρα να ντυθής, μεγάλη μου πατρίδα
Έτσι το γράφει η τύχη μας, στην Ήπειρο το είδα
Το τιμημένο αίμα σου κακό θεριό βυζάνει
Στ’ απόρθητο, το τρομερό, το ξακουστό Μπιζάνι
Θα γράψω γράμματα χρυσά στα ματωμένα βράχη
«Εδώ χορέψαν Κρητικοί την πιο μεγάλη μάχη»
θα ρίξω δάφνες και σμυρτιές από τον Ψηλορείτη
εκεί π’ αγκαλιαστήκανε η Ήπειρος και η Κρήτη.

Η άλωση του Μπιζανίου θεωρήθηκε γεγονός μεγάλης στρατιωτικής σημασίας, γιατί ήταν πολύ οχυρωμένο και στα χείλη του θυμόσοφου λαού κυκλοφόρησε το τετράστιχο:

Ποιος το πήρε το Μπιζάνι,
εύζωνας με το φουστάνι
Βενιζέλος με το πέννα
Κωνσταντίνος με το πάλλα.

Στο Μπιζάνι και στο γιο του Ρήγα, διάδοχο Κων/νο είναι αφιερωμένο και το ποίημα του Άγγελου Σημηριώτη.

«Μπροστά στο κάστρο το τρανό, που φράζει του το δρόμο
και σπέρνει μπρος το χαλασμό και γύρω του τον τρόμο,
ο γιος του Ρήγα πολεμά να το ξεθεμελιώσει,
να μπει στα μαύρα Γιάννενα, πνοή ζωής να δώσει
στης λίμνης την κοιμούμενη κυρά τη μαγεμένη.
Μα είναι το κάστρο Δράκοντας κι οι τοίχοι στοιχειωμένοι
….

Πάει η ψυχή του Αλή Πασά, του Αλή το μίσος πάει.
Και να, στης λίμνης το βυθό η ώρια κυρά ξυπνάει.
Του Ρήγα γιε, της Μοίρας γιε, χρυσέ σαν καλωσύνη,
δικά σου είναι τα Γιάννενα με την κυρά Φροσύνη.

Αρκετά ποιήματα έχουν γραφτεί από σύγχρονους της εποχής εκείνης, αλλά και μεταγενέστερους για το Μπιζάνι, τα Πεστά, τη Μανωλιάσσα, «για τα θρυλικά Γιάννινα» τα λιμνοχαϊδευμένα και μερικά εξ’ αυτών έχουν μελοποιηθεί όπως τα γνωστά: «Μου γράφεις μάνα μια γραφή» (Το γράμμα του πολεμιστή του Γεωργίου Βουγιουκλάκη) και «Τα πήραμε τα Γιάννενα» του Γεωργίου Σουρή, που δημοσιεύτηκε στο Ρωμιό.
Θα κλείσουμε την αναφορά μας με τους συγκινητικούς στίχους που έγραψε στα Μπουντρούμια της φυλακής το βράδυ της 20ής Φεβρουαρίου 1913, ο εκδότης της εφημερίδας ΗΠΕΙΡΟΣ, Γεώργιος Χατζή-Πελλερέν, ακούγοντας το κανονίδι από την τελευταία επίθεση του ελληνικού στρατού στο Μπιζάνι, στίχοι που μαρτυρούν τους μύχιους πόθους του σκλαβωμένου γιαννιώτικου λαού και το μεγαλείο μιας άλλης εποχής.

«Τέτοιο γλυκό τραγούδημα από καμμιά φλογέρα
ποτές έτσι δεν γλύκανε ανθρώπων την καρδιά,
όπως απόψε η τρομερή, που σχίζει τον αέρα
ολόγυρα στα Γιάννενα η αγριοκανονιά!

Ποτές κανένα φέξιμο γλυκό μεσ’ στο σκοτάδι
Της φυλακής δεν έριξε στο σκλάβο έτσι λαό
Όπως ετούτη η τρομερή φωτιά, που απόψε βράδυ
φλογεί όλα τα Γιάννενα με φώτο φοβερό!

Γλυκό κανόνι να ’ξερες πόσο γλυκειά η λαλιά σου!
-Κάψε! Μια σύγκαρδη φωνή όλη η πόλη υψώνει.
-Κι αν είν’ αντάμα κι ουρανός και χώμα να σμιχτούν!
Τζαμί μαζί κι η εκκλησιά ας γκρεμιστούν κανόνι,
Τα Γιάννενά μας ’λεύθερα μονάχα απόψε ας βγούν! 

Βασίλης Ζήνδρος - Κώστας Ντούγιας


Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013



Η Βιολέτα και οι φοβεροί και τρομεροί πειρατές - Ρίτσαρντ Χάμιλτον  

Κάποτε κάποιοι πειρατές βρίσκουν σ' ένα έρημο πλοίο ένα κοριτσάκι. Το παίρνουν μαζί τους και του δίνουν το όνομα Βιολέτα. Η Βιολέτα μαθαίνει πολλά κοντά τους μέχρι τη στιγμή που μαθαίνει να διαβάζει. Από τότε οι πειρατές σταματούν τα ρεσάλτα. Μια φορά αποφασίζουν να βγουν στη στεριά. Αγοράζουν φαγητό και το πληρώνουν. Οι πειρατές κάνουν ένα θεατρικό και μαζεύουν πολλά χρήματα για να αγοράσουν ένα φορτηγό. Στο τέλος όμως αποφασίζουν να παίζουν διάφορα θεατρικά στα λιμάνια που σταματούν. Παντελής ΣΤ2


Απελευθέρωση των Ιωαννίνων - Θ.Μήτσης 

Πιο κει από τα Γιάννενα, τη θρυλική την πόλη
στοιχειό μεγάλο κάθεται και το φοβούνται όλοι.
Απλώνει τις φτερούγες του, σ' όλο τον κόσμο φτάνει
παντού φωνάζει και λαλεί τ' απόρθητο Μπιζάνι.
Κάστρο κι αν είσαι δράκοντας με θεϊκό το αίμα
απόψε φτάνει ο χάροντας με πύρινο το βλέμμα.
Ο γιος του Ρήγα έρχεται να σε ξεθεμελιώσει
στους Έλληνες την πόλη τους ατόφια να τη δώσει.

Μην κλαις και μην οδύρεσαι " ωραία κοιμωμένη "
παράτησε τη λίμνη σου κι έλα αγριεμένη
να πάρεις την εκδίκηση που χρόνια καρτερείς
στης λήθης την κρυόβρυση κούπα χρυσή να πιεις.
- Έλα κυρά Φροσύνη μου να δώσεις την ευχή σου
στους Έλληνες που μπήκανε στην πόλη τη δική σου.
Εσύ να σέρνεις το χορό που αρχινάει τώρα.
Μπροστά να' ναι η Ήπειρος, ν' ακολουθεί η χώρα...

Πού' σαι καημέν' Αλή Πασά - Θ.Μήτσης 

Πού' σαι καημέν' Αλή Πασά να δεις τα Γιάννενά σου
τα πήρανε οι Έλληνες δεν είναι πια δικά σου.
Και για να παρηγορηθείς Βεζύρη μου κι αν κρίνεις
ειπέ το της Βασιλικής και της κυρά Φροσύνης.

Αχός βαρύς ακούγεται, βροντοκοπούν τουφέκια
και τα κανόνια πέφτουνε σα ναν' αστροπελέκια.
Η παινεμένη Ήπειρος πανήγυρη ετοιμάζει
στο Μέτσοβο ολόλαμπρος ήλιος γλυκοχαράζει.

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013



Προσκλητήριο Τιτάνων - Θ. Μήτσης

Στα όμορφα τα Γιάννενα, των στεναγμών την πόλη,
Φλεβάρης μήνας έρχεται και αναρωτιούνται όλοι,
τους φαίνεται παράξενο μέσα σε τόσα χιόνια,
που ήρθανε πιο γρήγορα φέτος τα χελιδόνια.
Έξω στο κάστρο το βαρύ, χιλιοτραγουδισμένο,
μοιάζει με γίγαντα, θεριό, σε όλα στοιχειωμένο.
Καθρέφτης η Παμβώτιδα και το χλωμό φεγγάρι
στα κρυσταλλένια τα νερά λικνίζεται με χάρη.
Μέσα στην πόλη άλαλα, τα πάντα ησυχάζουν,
όλοι το συναισθάνονται, μα δεν το κουβεντιάζουν.
Σ' έναν "οντά" παράμερα, μία φωτίτσα καίει,
έν' αποκούμπι του ραγιά, που χρόνια τώρα κλαίει.
Φροσύνη και Βασιλική μελλούμενα διαβάζουν
μέσα από σφαίρα γυάλινη βλέπουν και ησυχάζουν,
αφού το λένε καθαρά, μιλούνε τα σημάδια
πως έρχεται ανάσταση, του λυτρωμού τα χάδια.
Ξάφνου κραυγή μακρόσυρτη τη σιγαλιά τη σπάζει
που κάνει τον Αλή Πασά κρυφά ν' ανατριχιάζει.
Του Σκυλοσόφου η φωνή καλεί τα παλικάρια
ν' αφήσουνε τα μνήματα, να πάρουν τα θηκάρια
και να' ρθουν να πατήσουνε στα γνώριμα τα χνάρια,
τα χνάρια των ιδανικών και της ελευθερίας,
κάτι σαν θεία προσταγή της ξέφρενης πορείας,
ξεχωριστή μεταλαβιά μιας Θείας Κοινωνίας.
Τον Κατσαντώνη προσκαλεί μα και τους Μποτσαραίους,
τη Δέσπω τη Σουλιώτισσα κι όλους τους Τζαβελαίους.
Του καλογέρου Σαμουήλ το φάντασμα ξυπνάει,
αρπάζει την πιστόλα του κι ευθύς μπροστά ορμάει.
Όλοι μαζί ξεχύνονται σαν τα γοργά τα άτια,
διαβαίνουν από δύσβατα λημέρια, μονοπάτια
και στο Μπιζάνι φτάνουνε, το τρομερό το κάστρο,
θέλοντας πια να σβήσουνε το φωτεινό το άστρο.
Θυμίζοντας αρχάγγελο με πύρινη ρομφαία,
χιμάει ο καλόγερος με λευτεριάς σημαία
τους Τούρκους αφανίζοντας που μπαίνουνε στο διάβα,
ανοίγοντας "κεκρόπορτα" για να περάσει η λάβα,
καμίνι που σιγόβραζε καιρούς και χρόνια τώρα
και θα κραυγάσει δυνατά " Πατρίδα ήρθ' η ώρα".


Οι Σουλιώτες - Θ. Μήτσης

Ψηλά στ' απόκρημνα βουνά, σ' απάτητα λημέρια
αετοί φωλιάζουν κι αγρυπνούν με συντροφιά τ' αστέρια.
Χορεύουν με το σύννεφο και της βροχής το χάδι,
Θεριεύουν με τον κεραυνό, της αστραπής το νάζι!
Στου ήλιου τη χρυσή λαμπήαπλώνουν τα φτερά τους
και χαίρονται π' ολόγυρα είναι παντού δικά τους.
Δεν την μπορούνε τη σκλαβιά, τη μαύρη τυραννία
πεθαίνουνε για την τιμή και την ελευθερία.

Τη Ρωμιοσύνη τραγουδούν με λεβεντιά περίσσεια
στον πόλεμο ορθώνονται σα να' ναι κυπαρίσσια.
Μία γραφίδα πύρινη το γράφει στον αέρα
πως είναι θέλημα Θεού να' ρθει η Άγια Μέρα,
η μέρα που ολόχαρα θα ηχήσουν οι καμπάνες
Ανάστασης και Λυτρωμού για μαυροφόρες μάνες...
Κι αν ατύχει κι έρθει θάνατος απάνω στο ταμπούρι
εκείνοι πάλι τραγουδούν της άνοιξης τραγούδι.


Η Παναγιά η Ντουραχανιώτισσα - Θ. Μήτσης

Μια ιστορία θα σας πω που μοιάζει παραμύθι
έλα και πάρε το κουκί, μα όχι το ρεβύθι.
Χρόνια πολλά περάσανε, περίπου πεντακόσια,
Σουλτάνος Μέγας της Τουρκιάς χιλιάδες τάζει γρόσια
σ' όποιον μπορεί στα Γιάννενα τάξη να επιβάλει,
όπου Γραικοί εσήκωσαν και πάλι το κεφάλι.
Συνάμα δίνει εντολή στον έμπιστο πασά του
από τη Ρούμελη να' ρθει με τα στρατεύματά του,
Γιαννιώτες ανυπότακτους ευθύς ν' αλυσοδέσει
για να φοβούνται όλοι πια "το κόκκινο το φέσι".
Φτάνει λοιπόν ο Ντουραχάν από τη Θεσσαλία,
στέκεται με το στράτευμα δίπλα στην παραλία
της λίμνης της Παμβώτιδας, που'χε παγώσει όλη
και χιόνι την εσκέπαζε, αγνάντια από την πόλη.
Τίποτε δεν το μαρτυρά πως είναι μπρος παγίδα
κακό για τον ανήξερο, μπόρα και καταιγίδα.
Εικονοστάσι υψώνεται της Θείας Παναγίας
πέφτει ο πασάς προσκυνητής εικόνας της αγίας.
Χωρίς να ξέρει το γιατί μ' ευλάβεια ζωσμένος
σίγουρος για τη νίκη του και πίστη οπλισμένος,
το σήμα δίν' εκκίνησης σε όλο το στρατό του
μπροστά να πάει ιππικό, μετά το πεζικό του
και πίσω να ακολουθούν σκλάβοι με τα κανόνια,
τραβώντας τα και σπρώχνοντας στα παγωμένα χιόνια,
παν' από λίμνη ύπουλη και τέλεια κρυμμένη,
που τις ψυχές των άτυχων στον πάτο περιμένει.
Το στράτευμα ακολουθεί τη Θεία Παναγία
και φτάν' ακέριο και σωστό στης πόλης την πλατεία,
όπου τους περιμένουνε Τούρκοι συναθροισμένοι
και τον πασά με μια φωνή ρωτούν απορημένοι
πώς μπόρεσε και πέρασε χωρίς να πέσει βόλι
απ' τις φυλάχτρες των Γραικώνπου κύκλωναν την πόλη.
- Από τον κάμπο διάβηκα αυτόν εδώ μπροστά σας
δεν είναι δα και δύσκολο, 'λατε στα σύγκαλά σας.
Και ήρθα τόσο γρήγορα, μεμιάς σαν καταιγίδα
Ρωμιό δεν εσυνάντησα, δεν άκουσα ούτ' είδα.
Εμβρόντητη η ομήγυρη λέει στον Ντουραχάνη
πως ήταν θέλημα Αλλάχ να τελειώσει η πλάνη,
χωρίς να πάθει τίποτε κανείς απ' το στρατό του
κι η λίμνη δεν εγίνηκε το νεκροκρέβατό του.
Γονατισμένος ο πασάς χέρια ψηλά σηκώνει
κι ευχαριστήρια προσευχή σ' ένα θεό υψώνει
είν' του Προφήτη των Γραικών η Μάνα η Αγία,
που μια καμπάνα έκρουσε με θεία μελωδία.
Μ' ευγνωμοσύνη περισσή φτάνει στο εικονοστάσι
πρώτη να κάνει εκκλησιά σ' ολόκληρη την πλάση
στο όνομα της Παναγιάς που ξέρει να βοηθάει
Ρωμιούς μα και Οθωμανούς και όποιον το ζητάει...

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013



Στα ψέματα παίζαμε - Μανόλης Αναγνωστάκης

Στ' αστεία παίζαμε! 

Δε χάσαμε μόνο τον τιποτένιο μισθό μας 
Mέσα στη μέθη του παιχνιδιού σάς δώσαμε και τις γυναίκες μας 
Tα πιο ακριβά ενθύμια που μέσα στην κάσα κρύβαμε 
Στο τέλος το ίδιο το σπίτι μας με όλα τα υπάρχοντα. 
Nύχτες ατέλειωτες παίζαμε, μακριά απ' το φως της ημέρας 
Mήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τα φύλλα του ημεροδείχτη 
Δε βγάλαμε ποτέ καλό χαρτί, χάναμε χάναμε ολοένα 
Πώς θα φύγουμε τώρα; πού θα πάμε; ποιος θα μας δεχτεί; 

Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας δώστε μας πίσω τα χαρτιά μας 
Kλέφτες! 
Στα ψέματα παίζαμε!